ἐρημοπλάνος

ἐρημο-πλάνος [pron. full] [ᾰ], ον,
A wandering alone, Orph.H.39.4 (ἐρημοπλάνα codd.) ; noted as διθυραμβῶδες by Demetr. Eloc.116.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερημοπλάνος — ἐρημοπλάνος, ον (Α) αυτός που πλανιέται μόνος, στην ερημιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερημο (< έρημος*) + πλάνος] …   Dictionary of Greek

  • ἐρημοπλάνον — ἐρημοπλάνος wandering alone masc/fem acc sg ἐρημοπλάνος wandering alone neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρημος — Με τον όρο έ. εννοείται στη φυσική γεωγραφία μια περιοχή με ξηρό κλίμα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σπανιότητα ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (το μέγιστο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται γενικά σε 200 250 χιλιοστά), τα οποία κατανέμονται πολύ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.